test Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, Γκούραμ Ντοτσανασβίλι, Νουβέλα, Εκδόσεις Loggia
Menu
Your Cart

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΠΟΛΥ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΠΟΛΥ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-10 %
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΠΟΛΥ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


Νουβέλα, 103σσ.:
180γρ., 12.50 x 19.70 εκ.
© LOGGIA P.C., 2024
ISBN 978-618-5855-03-1


10,80€
12,00€
Χωρίς ΦΠΑ: 10,80€

Ποια μπορεί να είναι άραγε η κατάληξη μιας στημένης κρατικής δημοσκόπησης με θέμα τις συνθήκες διαβίωσης σε μια πόλη της Σοβιετικής Ένωσης, όταν ένας τυπικός δημόσιος υπάλληλος περνάει την πόρτα ενός φωτογράφου που εννοεί να απαντήσει στο σχετικό ερωτηματολόγιο ορμώμενος αποκλειστικά και μόνο από τη λογοτεχνία; Η νουβέλα Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, που μας έρχεται από τη «μικρούλα Γεωργία», είναι ένας ακατάπαυστος ύμνος στην υψηλή λογοτεχνία και στους μεγάλους συγγραφείς −ο Θερβάντες έχει την τιμητική του−, αλλά και ένα βαθύτατα πολιτικό έργο. Με σαρκαστική ευφυΐα και με διαλόγους-μονολόγους έτοιμους, συν τοις άλλοις, να παρουσιαστούν και σε σκηνή θεάτρου, ο Ντοτσανασβίλι αντιπαραθέτει δύο διαφορετικούς κόσμους: τον sui generis διανοούμενο φωτογράφο, λάτρη της λογοτεχνίας και μέντορα του καλοπροαίρετου βοηθού του Κλιμ, από τη μία, τον αθλητικό, μοντέρνο, πολλά υποσχόμενο κρατικό προϊστάμενο και τον πειθήνιο υποτακτικό υπάλληλό του, από την άλλη. Μπορεί η ζωή μέσα στην ποικιλόμορφη υπερβολή της να στριμωχτεί στα τυποποιημένα κουτάκια που προσπαθεί να τη χωρέσει η εξουσία;





Το μυθιστόρημα Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, του Γκούραμ Ντοτσανασβίλι, εκδόθηκε με την οικονομική στήριξη του Οίκου συγγραφέων της Γεωργίας και του Υπουργείου Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νέας Γενιάς της Γεωργίας.



Νίκος Κουρμουλής, Ποιος μας απαγορεύει τελικά να σκεφτόμαστε;, “Τα Νέα”, 03.05.2025

Μία από τις κύριες μορφές των γραμμάτων της Γεωργίας παραδίδει έναν ακατάπαυστο ύμνο στην υψηλή λογοτεχνία και στους μεγάλους συγγραφείς


Λίνα Πανταλέων, Ο θάνατος χιλιάδες φορές, “Περιοδικό "Ο Χάρτης"”, 04.2025

Πέρα από την περιρρέουσα ιλαρότητα της μυθοπλασίας, εκείνο που πραγματικά γοητεύει στη νουβέλα του Ντοτσανασβίλι είναι η περιπάθεια του εγκωμίου για τη λογοτεχνία.


Ιάσωνας Νεύρης, Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, “oanagnostis.gr”, 22.02.2025

Μια γεωργιανή νουβέλα – έκπληξη.


Άρης Σφακιανάκης, Γκούραμ Ντοτσανασβίλι: Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, “Athens Voice”, 15.02.2025

Μια ευφάνταστη ιστορία που περιπαίζει με χιούμορ τη γραφειοκρατία του σοβιετικού καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τα αποτελέσματα της λογοτεχνίας στην ψυχοσύνθεση ενός αναγνώστη.


Διονύσης Μαρίνος, «Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία» του Γκούραμ Ντοτσανασβίλι , “Bookpress”, 19.01.2025

Ναι, αυτό το βιβλίο είναι ένας μέγας ύμνος προς τη λογοτεχνία ως μια λυτρωτική «εφεύρεση» του ανθρώπινου είδους.


Γιάννης Καλογερόπουλος, Ο άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία - Γκούραμ Ντοτσανασβίλι, “ΝΟ14ΜΕ”, 12.12.2024

Πάντοτε στις ράγες της λογοτεχνικής παράδοσης στην οποία ανήκει η νουβέλα αυτή, το κωμικοτραγικό δεν απουσιάζει, ούτε το παιγνιώδες, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται γκροτέσκο ή αφελές, αλλά με επίγνωση της σημασίας του, για την επιβίωση και την ελπίδα.


Και μετά ρωτάει:
      «Πώς θα αντιδρούσατε εάν βλέπατε κάποιον σε μια βιβλιοθήκη να σκίζει ένα βιβλίο;». Και, ενώ περιμέναμε ότι σε αυτό το σημείο ο άντρας θα απαντούσε «Θα τον έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια» ή «Θα του έκοβα τον λαιμό» ή «Θα καλούσα την αστυνομία», αντιθέτως, ο ερωτώμενος, με μια εντελώς αφοπλιστική ηρεμία, μας απαντά: «Εξαρτάται από το βιβλίο».
      Καθόλου δεν περιμέναμε μια τέτοια απάντηση, τα ’χουμε χάσει κυριολεκτικά, και τότε ο Κλιμ λέει: «Μαέστρο, είστε το κάτι άλλο».
      «Μένετε μόνος σας;»
      «Όχι», απαντά αμέσως ο ερωτώμενος. «Είμαστε δύο, εγώ κι ο αδερφός μου, ο Γκρίσα Κεζεράντζε. Έχουμε κι έναν αδερφό ακόμη, αλλά δεν μένει μαζί μας… Περιπλανιέται από χωριό σε χωριό, και ω… Ω, εκείνος κι αν είναι… Εκείνος είναι καλύτερος από εμάς… Πώς να σας το πω αλλιώς; Να… Ο Γκρίσα κι εγώ θα μπορούσαμε να είμαστε νουβέλα, ενώ εκείνος θα μπορούσε να είναι μυθιστόρημα».
      «Άρα κι αυτός που μένει μαζί σας, κι αυτός, όπως κι εσείς, αγαπάει τη λογοτεχνία;»
      «Ποιος; Ο Γκρίσα; Ναι, την αγαπάει, αλλά όχι, όχι τόσο πολύ όσο εγώ. Ο Γκρίσα είχε τα θεματάκια του κι αυτός, είχε τις αδυναμίες του, αλλά… Αλλά κάποια στιγμή έφτασε στα άκρα, γιατί έπιανε κουβέντα με τον πάσα ένα… Έπειτα όμως… Έπειτα αποφάσισε να σωπάσει. Και τώρα… Τώρα κουρδίζει πιάνα και είναι σιωπηλός».
      Στο σημείο αυτό ο προϊστάμενος με αγριοκοιτάζει για δεύτερη φορά.
      Και μετά, ως συνήθως, αρχίζει να μιλά πειστικά και με έμφαση.
      «Το γεγονός, ξέρετε, ότι αγαπάτε τη λογοτεχνία είναι κάτι πολύ καλό. Είναι ένα από τα απολύτως δικαιολογημένα και αποδεκτά μέσα πολιτιστικής ψυχαγωγίας. Αλλά είναι μόνο ένα από αυτά», λέει ο προϊστάμενος. «Υπάρχουν, για παράδειγμα, οι καλές τέχνες ή μια βόλτα στην εξοχή. Ή ακόμη και το να ακούει κανείς τη σπουδαία μουσική διάφορων διάσημων συνθετών, ναι… Ή μπορείτε επίσης να κάνετε χορό, να ακούσετε ραδιόφωνο, να δείτε τηλεόραση ή να καταπιαστείτε με κάποιο είδος αθλητισμού, με το σκάκι, για παράδειγμα, ή να διαβάσετε μυθιστορήματα» –στο σημείο αυτό ο προϊστάμενος δείχνει να θυμάται κάτι–, «αλλά όχι, όχι, αυτό το έχετε ήδη αναφέρει… Ναι… Τι έλεγα;… Α, ναι, το σκάκι, ας πούμε, είναι πολύ καλό και γενικά…».
      Σιωπή από όλους. Περιμένουμε.
      «Για συνεχίστε, για συνεχίστε», λέει ξαφνικά ο Κλιμ, υποδεικνύοντας κατά κάποιον τρόπο στον προϊστάμενο τι να κάνει. Αναιδής, ανθρώπινο μίασμα, ένας κοντοστούπης με μεγάλο κεφάλι, ένα τσογλάνι με στραβά πόδια…
      Και τότε, έξαλλος, ο προϊστάμενος προβαίνει στην πλέον δύσκολη ερώτηση. Γίνεται και πάλι τολμηρός και αγέρωχος.
      «Εάν ήταν στο χέρι σας, πώς ακριβώς θα οργανώνατε τη ζωή;»
      «Τη δική μου ζωή;»
      «Όχι, αγαπητέ μου», λέει με πείσμα ο προϊστάμενος. «Τη ζωή της κοινωνίας!»
      «Αχ, Θεέ μου…» λέει συγκινημένος ο ερωτώμενος. «Μήπως παράκουσα; Όλη μου τη ζωή, ξέρετε, αυτήν ακριβώς την ερώτηση περίμενα!»
      «Α, ναι;» λέει ξαφνιασμένος ο προϊστάμενος. «Ώστε το έχετε σκεφτεί λοιπόν;»
      «Μήπως κάνω και τίποτε άλλο…» λέει σκεφτικός ο ερωτώμενος. «Θέλετε να σας πω λοιπόν; Πώς θα την οργάνωνα, ε;» Ο ερωτώμενος περπατάει πάνω κάτω στο γραφείο και κοιτάζει τις φωτογραφίες. οι γυναίκες με το βαθύ ντεκολτέ έχουν, ως συνήθως, σοβαρό ύφος, μάλλον για να εξισορροπούν το βαθύ τολμηρό ντεκολτέ τους, ενώ οι άλλες, εκείνες που το στήθος τους είναι κρυμμένο, χαμογελούν. σαφώς υπάρχουν και εξαιρέσεις, χαμόγελο και βαθύ ντεκολτέ συνυπάρχουν. υπάρχουν και γυναίκες που έχουν πάρει μια έκφραση ψεύτικα τραγική, και είναι κι εκείνος ο άντρας που χθες μαύρισε τρεις φορές, αυτός είναι σε ένα πολύ εμφανές σημείο στο σταντ. είναι κι ένας νεαρός που χαμογελά υποχθόνια και βρίσκεται κι εκείνος σε πολύ εμφανές σημείο και παρακάτω είναι κι ένα λαμόγιο και δίπλα του τον κοιτάζει ένας άντρας με λεπτά χείλια. Υπάρχουν και καλοί άνθρωποι ασφαλώς... Να, ένα παιδί εδώ χαμογελάει… «Πώς θα οργάνωνα την κοινωνία λοιπόν, ε;» λέει ο ερωτώμενος και σαν να ζωντανεύει πιο πολύ. «Θα γέμιζα παντού όλη την πόλη με κρατητήρια». «Τι; Τι;» – ο προϊστάμενος δεν πιστεύει στα αυτιά του. «Πώς είπατε; Μα τι σόι δεσποτισμός είναι αυτός;»
      «Όχι, όχι! Παρακαλώ! Ο Θεός να μας φυλάει από τον δεσποτισμό», λέει ο ερωτώμενος και καθησυχάζει τον προϊστάμενο χαμογελώντας. «Όχι, αυτά δεν θα ήταν κρατητήρια με την πρώτη σημασία του όρου. Αυτά θα ήταν κρατητήρια πολυτελείας…»


Ετικέτες: ΤΑΜΑΝΓΚΟΥΡ , Βιβλία